Home ΑναλύσειςΔιακυβερνητικές Ομάδες και Διεθνής Διακυβέρνηση: Ρόλος, Ευθύνη και Προκλήσεις

Διακυβερνητικές Ομάδες και Διεθνής Διακυβέρνηση: Ρόλος, Ευθύνη και Προκλήσεις

by Βασίλειος Νέτιχ

Γράφει ο Βασίλης Νέτιχ, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

Για αρκετούς είναι γνωστός ο όρος «διεθνής οργανισμός» ωστόσο είναι εξίσου σημαντικός και ο όρος «διακυβερνητικός οργανισμός» (intergovernmental organization). Αυτός περιγράφει μια διεθνώς αναγνωρισμένη νομική μορφή, η οποία προκύπτει από τη συνεργασία κρατών που συγκροτούν μια ενιαία ομάδα και λειτουργεί εντός του πλαισίου της διεθνούς κοινότητας. Ουσιαστικά πρόκειται για ομάδες κρατών που αποτελούν διακυβερνητικά fora συζητήσεων πάνω σε θέματα οικονομικού, στρατιωτικού περιεχομένου και όχι μόνο. Οι συζητήσεις αυτές διεξάγονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και αποβλέπουν στην λήψη κοινών αποφάσεων, καθώς αυτές γνωστοποιούνται μέσω των τελικών ανακοινωθέντων (final communiques) ή δηλώσεων ή σχεδίων δράσεων (action plans) που δημοσιοποιούνται από τα κράτη-μέλη των διακυβερνητικών οργανισμών. Σημαντική είναι η διαφορά μεταξύ των ομάδων αυτών με τους διεθνείς οργανισμούς, που βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν στηρίζονται σε ένα γραπτώς ιδρυτικό κείμενο (constitutive instrument) ή κάποιο καταστατικό Χάρτη (constitutive act) κάτι το οποίο μας φέρνει στο ερώτημα: Ποια η ευθύνη που φέρουν και που πιθανώς θα προκύψει από τις εν λόγω δράσεις τους; Πριν προχωρήσουμε, όμως σε αυτό, ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα τέτοιων διακυβερνητικών ομάδων αλλά και τον τρόπο που αυτές δομούνται, όπως είναι η λεγόμενη Ομάδα των Έξι (Group of Six – G6) οικονομικά ανεπτυγμένων κρατών (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ) και που μετεξελίχθηκε σε ομάδα των οκτώ (Group of Eight – G8) με την προσθήκη των χωρών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του Καναδά. Αμέσως μετά ανέκυψε η Ομάδα των Είκοσι (Group of Twenty – G20) με στόχο τα διεθνή οικονομικά και νομισματικά ζητήματα. Στην δεύτερη αυτή ομάδα συμμετέχουν, πέρα από τα κράτη του G8, η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία, το Μεξικό, η Σαουδική Αραβία, η Νότιος Αφρική, η Νότιος Κορέα, η Τουρκία και η Ευρωπαϊκή Ένωση (λαμβάνει μέρος ως διεθνής οργανισμός, μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που την αντιπροσωπεύει). Η δεύτερη είναι η ομάδα των BRICS+ που δημιουργήθηκε το 2006 και το αρκτικόλεξο συμβολίζει τα πρώτα γράμματα των ιδρυτικών χωρών, δηλαδή, τη Βραζιλία, την Ρωσική Ομοσπονδία, την Ινδία, την Κίνα και την Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής. Η πρώτη επίσημη σύνοδος κορυφής, σε ετήσια βάση, με τη συμμετοχή αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων πραγματοποιήθηκε το 2009. Βασικός στόχος της Ομάδας των BRICS είναι να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών του Παγκόσμιου Νότου, διευκολύνοντας τις να αποκτήσουν πρόσβαση σε διεθνείς αγορές με χαμηλότερο κόστος, ώστε να επιτύχουν ταχύτερη και βιώσιμη ανάπτυξη. Να αναφερθεί επίσης πως από το 2024 προστέθηκαν ως πλήρη μέλη τα κράτη της Αιγύπτου, του Ιράν, της Αιθιοπίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ενώ το 2025 εντάχθηκε ως πλήρες μέλος και η Ινδονησία.

Πως δομούνται όμως αυτές οι διακυβερνητικές ομάδες; Με την πάροδο του χρόνου, έχει διαμορφωθεί μια άτυπη αλλά λειτουργική πρακτική όσον αφορά την δομή και τον τρόπο λειτουργίας των Ομάδων αυτών. Κάθε Ομάδα έχει έναν πρόεδρο (Chair) που είναι συνήθως ο αρχηγός ή ο πρωθυπουργός της χώρας που αναλαμβάνει την ετήσια προεδρία, καθώς η θέση αυτή αλλάζει κάθε χρόνο. Παράλληλα συγκροτείται και μία προσωρινή Γραμματεία, αποτελούμενη κυρίως από στελέχη της χώρας που κατέχει την προεδρία, με τα έξοδα να καλύπτονται από το ίδιο το κράτος. Ασυνήθιστο δεν είναι να λειτουργεί και ο θεσμός της τρόϊκας, δηλαδή η συνεργασία του προηγούμενου, του νυν και του επόμενου προεδρέυοντος κράτους έτσι ώστε να διασφαλιστεί ο καλύτερος συντονισμός των κρατών μεταξύ τους. Για την ένταξη ενός καινούργιου μέλους είναι απαραίτητη η ομόφωνη απόφαση όλων των υπόλοιπων μελών του διακυβερνητικού οργανισμού. Αρκετές φορές τα κράτη των Ομάδων αυτών επιδιώκουν τη μεταξύ τους συνεργασία, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που προσφέρει η κοινή τους δράση. Ανάλογα με την περίπτωση καθώς και το γεγονός πως αποτελούνται από μεμονωμένα κράτη, αυτά είναι δυνατό να προωθήσουν πρακτικές και δράσεις που θα προωθήσουν εθνικές πολιτικές και συμφέροντα. Το γεγονός πως δεν έχουν συσταθεί με βάση ένα ιδρυτικό κείμενο, καθιστά αυτές τις διακυβερνητικές Ομάδες να παραμένουν ευέλικτες και να προσαρμόζονται εύκολα στις διεθνείς εξελίξεις. Ταυτόχρονα μπορούν, αν το κρίνουν απαραίτητο, να αποκλείσουν ένα μέλος από τις συνεδριάσεις, ως ένδειξη σοβαρής αποδοκιμασίας για συγκεκριμένες ενέργειες του. Αντίθετα έχουν και το δικαίωμα να προσκαλέσουν οποιοδήποτε τρίτο κράτος επιθυμούν ακόμα, μάλιστα, και άτομα με θεσμικό ρόλο όπως λόγου χάρη Γενικούς Γραμματείς διεθνών οργανισμών.

Επανερχόμενοι πάλι στο ζήτημα της ευθύνης, είναι γενικά αποδεκτό πως εφόσον δεν θεωρούνται διεθνείς οργανισμοί τα διακρατικά fora συζητήσεων, τίθενται τα ερωτήματα για το ποιος ευθύνεται για τις πράξεις τους; Και υπάρχει ή όχι άραγε λογοδοσία όταν από τις ενέργειες ή την απραξία τους, προκαλείται ζημιά; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι πως δεν γνωρίζουμε με σαφήνεια, για αυτό το λόγο υπάρχει ένα κενό ευθύνης (responsibility deficit), με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί ένας μηχανισμός ελέγχου όταν οι αποφάσεις ή οι δράσεις της εκάστοτε διακυβερνητικής ομάδας έχουν αρνητικές επιπτώσεις, ειδικά όταν βλάπτουν τρίτες χώρες. Παράλληλα με την εξωτερική διάσταση ευθύνης υπάρχει και μία εσωτερική, που θα μπορούσε σε αυτή την περίπτωση να χαρακτηριστεί ως «δημοκρατικό έλλειμα» (democratic deficit). Πιο συγκεκριμένα είναι πιθανό οι αποφάσεις που λαμβάνονται μέσα από τις συνόδους να μην ελέγχονται ή να μην εγκρίνονται επαρκώς από τα εθνικά κοινοβούλια ή άλλα θεσμικά όργανα των κρατών που συμμετέχουν.
Συμπερασματικά κανείς μπορεί να αναρωτηθεί για το αν τελικά τα διακυβερνητικά αυτά fora «υποκαθιστούν ή συμπληρώνουν την δράση των διεθνών οργανισμών;» Είναι σαφές πως η διεθνής διακυβέρνηση, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, οφείλεται από την συνύπαρξη τόσο υπερεθνικών θεσμών που λαμβάνουν δεσμευτικές αποφάσεις, όσο και άτυπων διακυβερνητικών ομάδων που διαδραματίζουν έναν περισσότερο συμβουλευτικό ρόλο. Ο συνδυασμός προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, κυρίως επειδή συμβάλει στην καλύτερη πληροφόρηση και κατανόηση των διεθνών ζητημάτων, βοηθώντας να αποφευχθούν πιθανές αρνητικές συνέπειες στο μέλλον. Συνεπώς, είναι φανερό ότι αυτοί οι δύο «πόλοι» συνεργάζονται με κοινό στόχο την πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση  των παγκόσμιων προκλήσεων.

 

Βιβλιογραφία

 

(Μαγκλιβέρας, 2022)

(Smith, 2011)

(OECD Publications, n.d.)

(Falkenberg, 2024)

(Australian Department of Foreign Affairs and Trade, χ.χ.)

(Lanarionova, 2020)

(Carey, 2016)

KEDISA--ανάλυση

 

 

 

 

Related Posts