Home ΑναλύσειςΗ αναγνώριση των Μπεκτασήδων-Αλεβιτών από το Ελληνικό κράτος

Η αναγνώριση των Μπεκτασήδων-Αλεβιτών από το Ελληνικό κράτος

by Σπύρος Θεοχαράκος

Γράφει ο Σπυρίδων Θεοχαράκος, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

Την 10η Ιουλίου 2025 η ελληνική κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή σχέδιο νόμου με το οποίο αναγνωρίζεται η θρησκευτική κοινότητα των Μπεκτασήδων Αλεβιτών Μουσουλμάνων Θράκης ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, η κοινότητα αυτή εδρεύει στη Ρούσσα Έβρου και αποκτά θεσμική υπόσταση χωρίς να χρειάζεται δικαστική διαδικασία για την ίδρυσή της. Παράλληλα συστήνεται και νέα «Διαχειριστική Επιτροπή Βακουφίων Μπεκτασήδων Αλεβιτών Μουσουλμάνων Θράκης», κοινωφελούς χαρακτήρα και υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, που θα αναλάβει τη διαχείριση των βακουφίων και λατρευτικών χώρων της κοινότητας. Το νομοσχέδιο ρυθμίζει επίσης θέματα των χώρων λατρείας (τζεμ-εβί, τεκέδες κ.ά.) και της εκπαίδευσης των μαθητών της κοινότητας.

Η αναγνώριση των Μπεκτασήδων Αλεβιτών θεωρείται από τις ελληνικές αρχές «γενναία κίνηση υψηλής στρατηγικής σημασίας» για τα δικαιώματα θρησκευτικής ελευθερίας. Έχει προηγηθεί τριετής διαβούλευση με τους ίδιους τους εκπροσώπους της κοινότητας, ώστε να λάβουν θεσμικό πλαίσιο ανάλογο άλλων θρησκειών στην Ελλάδα. Το σημαντικότερο είναι ότι τα μέλη της κοινότητας – περίπου 3.500 άτομα που κατοικούν σε τουλάχιστον δέκα χωριά της Θράκης (π.χ. Ρούσσα, Μέγα Δέρειο, κ.α.) – διατηρούν τα δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης κατά τη Συνθήκη της Λωζάνης. Ειδικότερα, αναγνωρίζεται ρητά ότι «ως μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας Θράκης διατηρούν τα δικαιώματα…της Συνθήκης της Λωζάνης», ενώ δεν εφαρμόζεται γι’ αυτούς το άρθρο 146/ν.4964/2022 για τις αρμοδιότητες των Μουφτήδων. Με άλλα λόγια, οι Αλεβίτες Μπεκτασήδες αποκτούν διοικητική αυτονομία (π.χ. οι χώροι λατρείας τους δεν υπόκεινται σε σουνιτική οργάνωση των Μουφτήδων) χωρίς να παύουν να ανήκουν στη συνολική θρησκευτική μειονότητα της Θράκης.

Οι Μπεκτασήδες Αλεβίτες αποτελούν μια ιστορική θρησκευτική υπό-κοινότητα του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου, βαθιά επηρεασμένη από το σιιτικό Ισλάμ και την ρομαντική παράδοση των μυστικιστικών δερβίσηδων. Ιδρυτής τους θεωρείται ο Χατζή Μπεκτάς Βελή του 13ου αιώνα, ενώ τιμούν ιδιαίτερα τον Αλή ιμπν Άμπι Τάλιμπ όχι μόνο ως τέταρτο χαλίφη, αλλά και ως πηγή πνευματικής σοφίας. Οι πιστοί τους – Μουσουλμάνοι αλεβιτικής παράδοσης – διαφοροποιούν τη λατρεία τους ριζικά από το κυρίαρχο σουνιτικό δόγμα. Για παράδειγμα, δεν προσεύχονται στα κοινά τζαμιά των σουνιτών, αλλά τελούν τις τελετές τους σε ειδικούς χώρους, τα τζεμ-εβί (κοινώς «Τζεμιτζί», ή τεκέδες) όπου συνδυάζονται μουσική, χορός, ποίηση και συλλογική περισυλλογή. Δεν εφαρμόζουν τη Σαρία, δεν τηρούν υποχρεωτικά το Ραμαζάνι, και ούτε αποδέχονται τον κρατικό μουφτή ως θρησκευτικό τους ηγέτη. Σημαντικό επίσης στοιχείο αποτελεί το ότι στις τελετές τους οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα, χαρακτηριστικό που τους ξεχωρίζει από τη σουνιτική παράδοση. Βασικός άξονας της θρησκευτικής τους πρακτικής είναι η έμφαση στην εσωτερική ηθική, την πνευματική καλλιέργεια και τον σεβασμό στον συνάνθρωπο, παρά σε αυστηρούς κανόνες εξωτερικής συμμόρφωσης.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι ο αλεβιτικός-μπεκτασικός προσανατολισμός έχει ιστορικές ρίζες και δικές του ιδιαιτερότητες μέσα στο Ισλάμ. Κατά συνέπεια, η αναγνώρισή τους ως ξεχωριστή θρησκευτική κοινότητα στην Ελλάδα αναδεικνύει την εσωτερική πολυμορφία του μουσουλμανικού κόσμου, ένας κόσμος που δεν περιορίζεται απλώς στη διχοτόμηση Σουνιτών–Σιιτών. Αν και ο διαχωρισμός αυτός παραμένει σημαντικός στον ευρύτερο ισλαμικό χώρο, υπάρχει πλήθος ομάδων με ιδιότυπες πεποιθήσεις και πρακτικές που δεν εξαντλούνται σε αυτό το δίπολο. Η πράξη αναγνώρισής τους στην Ελλάδα δείχνει, επίσης, ότι το ισλαμικό θρήσκευμα είναι πολυσχιδές και σε εθνικό επίπεδο, αφού ξεχωρίζει ομάδες που ήταν «σιωπηρές» εντός της μουσουλμανικής μειονότητας.

Η πρωτοβουλία της Αθήνας έχει αναπόφευκτα και σημαντικές διπλωματικές διαστάσεις. Η Τουρκία παραδοσιακά διεκδικεί το ρόλο «προστάτη» της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και ταυτίζει στη ρητορική της τη λέξη «μειονότητα» με τον όρο «τουρκική», πρακτική που ήδη έχει καταδικαστεί ως αντίθετη προς το πνεύμα της Συνθήκης της Λωζάνης. Κατά το τουρκικό αφήγημα, κάθε εσωτερική διαφοροποίηση εντός της μειονότητας θεωρείται απειλή για την ομοιομορφία που θέλει να προβάλλει η Άγκυρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική κίνηση ανατροφοδοτεί το μήνυμα ότι το ελληνικό κράτος αναγνωρίζει την «πλουραλιστική» φύση της μειονότητας: ο μουσουλμάνος της Θράκης μπορεί να είναι Πομάκος, Ρομά, Σουνίτης, Αλεβίτης, να ομιλεί ελληνικά ή τουρκικά, χωρίς αυτό να λαμβάνει αυτομάτως εθνοτική διάσταση.

Η Άγκυρα και τμήματα της μειονότητας αντέδρασαν έντονα. Τουρκικά ΜΜΕ χαρακτηρίζουν το νομοσχέδιο «διαίρεση» ή «απειλή διαχωρισμού» της «τουρκικής» μειονότητας της Θράκης. Κορυφαίοι εκπρόσωποι του λεγόμενου «τουρκικού» στοιχείου στη Θράκη εξέφρασαν ανησυχίες ότι η αυτονόμηση των Μπεκτασήδων συνιστά ρήξη της ενότητάς τους και ενδεχομένως αναχαιτίζει το πλαίσιο συλλογικών τους δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το τουρκικό επιχείρημα, τέτοιου είδους ρυθμίσεις θα πλαισιώνουν το μειονοτικό σώμα με διακρίσεις όσον αφορά το θρήσκευμα, με «εσωτερικό κατακερματισμό» ή ακόμα και παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης. Η επίκληση της Συνθήκης της Λοζάνης είναι όντως κομβική – η Ελλάδα απαντά ότι οι Μπεκτασήδες κατ’ αρχήν συνεχίζουν να είναι μέρος της αναγνωρισμένης μουσουλμανικής μειονότητας, λαμβάνουν πλήρη προστασία βάσει του διεθνούς δικαίου και δεν θίγονται τα δικαιώματά τους.

Από τη σκοπιά της, η ελληνική πλευρά αξιολογεί τη ρύθμιση ως διπλωματικό πλεονέκτημα. Όπως επισημαίνεται σε ελληνικά ΜΜΕ και από αρμόδιους παράγοντες, η κίνηση επιτρέπει στην Ελλάδα να παρουσιάσει διεθνώς μια θρησκευτικά πλουραλιστική μειονότητα, ευθυγραμμισμένη με τα διεθνή πρότυπα προστασίας θρησκευτικών ομάδων. Οι Έλληνες διπλωμάτες θα μπορούν να απαντούν στις τουρκικές αιτιάσεις περί «υποβάθμισης δικαιωμάτων» επικαλούμενοι ως αντίφαση την ίδια την κατάσταση των Αλεβιτών στην Τουρκία, μιας χώρας όπου ιστορικά οι αλεβικοί θεσμοί ήταν υποβαθμισμένοι και περιθωριοποιημένοι. Σε αυτό το πλαίσιο, αν η Άγκυρα καταδικάσει το ελληνικό νομοθέτημα, αυτό θα «εκθέσει» διεθνώς το τουρκικό αφήγημα, αν πάλι αποφύγει τον δημόσιο σχολιασμό θα φανεί ότι η Αθήνα καθορίζει το πλαίσιο των μειονοτικών δικαιωμάτων στο εσωτερικό της κατά το δοκούν.

Η αναγνώριση των Μπεκτασήδων Αλεβιτών στη Θράκη είναι μια κίνηση πολλαπλού συμβολισμού. Επισημαίνει, αφενός, την εσωτερική πολυμορφία της ελληνικής μουσουλμανικής μειονότητας και αφετέρου ενισχύει τη θέση της Ελλάδας σε ένα ευρύτερο διακρατικό “παιχνίδι αφηγημάτων”. Αν και η Τουρκία προσπάθησε να παρουσιάσει το συνολικό μουσουλμανικό στοιχείο ως ομοιογενή «τουρκική μειονότητα», η πρόσφατη εξέλιξη δείχνει ότι ο θρησκευτικός προσδιορισμός (μουσουλμάνοι) υπερβαίνει τον εθνοτικό ή γλωσσικό. Στη βάση αυτή, η Αθήνα μπορεί να προβάλλει ότι η μόνη καθαρά «μειονοτική» παράμετρος στη Θράκη είναι η θρησκεία, χωρίς εθνικές διεκδικήσεις.

Σε όρους ελληνοτουρκικών σχέσεων, το γεγονός θα μπορούσε να σημαίνει περαιτέρω επιδείνωση της ρητορικής έντασης μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, ταυτόχρονα οπλίζει την Αθήνα με μία αξιόπιστη «ανταπόδειξη»: δείχνει ότι το ελληνικό κράτος εφαρμόζει πραγματικές μεταρρυθμίσεις για μειονοτικές ομάδες, την ώρα που η τουρκική πλευρά δεν έχει προβεί σε αντίστοιχη κίνηση για τους δικούς της Αλεβίτες. Κάπως έτσι, η πρωτοβουλία μπορεί να ερμηνευθεί ότι «αμφισβητεί» το κεντρικό αφήγημα της Άγκυρας περί ομοιογενούς «τουρκικού στοιχείου».

Τέλος, από τη σκοπιά της ίδιας της κοινότητας των Μπεκτασήδων της Θράκης, η αναγνώριση θεωρείται θετική εξέλιξη: αποσύρει το καθεστώς «σιωπής» που επί δεκαετίες επιβαλλόταν έμμεσα σε μια μειονοτική μερίδα και της δίνει το δικαίωμα να εκφράσει δημόσια την ταυτότητά της χωρίς φόβο στιγματισμού. Αποτελεί δηλαδή ένα παράδειγμα θρησκευτικής ισονομίας εντός της ίδιας μειονότητας και αναγνωρίζει την πολυσχιδή φύση του ισλαμικού κόσμου.

 

         Πηγές

Related Posts