Home ΑναλύσειςΗ δύσκολη εξίσωση της σχέσης Τραμπ–Νετανιάχου: Από τη στρατηγική σύγκλιση στη νέα πραγματικότητα

Η δύσκολη εξίσωση της σχέσης Τραμπ–Νετανιάχου: Από τη στρατηγική σύγκλιση στη νέα πραγματικότητα

by Θεόδωρος Παπαδόπουλος

Γράφει ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

Ντόναλντ Τραμπ και Μπενιαμίν Νετανιάχου χαρακτηρίζονται συχνά, από πολιτικούς αναλυτές, ως αμφιλεγόμενοι και με σφοδρή ρητορική απέναντι στους παραδοσιακούς κανόνες της διεθνούς διπλωματίας. Οι δυο τους ήδη από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ διαμόρφωσαν μια στενή σχέση συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης. Σε πολιτικό επίπεδο, η σχέση αυτή εκφράστηκε μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες ευνόησαν την ισραηλινή θέση στην ευρύτερη περιοχή, ενώ στήριξαν παράλληλα τον Νετανιάχου πολιτικά στο εσωτερικό. Όμως, από τον Μάιο του 2025, και παρότι οι ηγέτες των δύο κρατών συνεχίζουν να επιδεικνύουν ένα ενιαίο μέτωπο ως προς την δέσμευσή τους για τα θέματα που αφορούν την προστασία και την ασφάλεια του Ισραήλ, γίνονται όλο και πιο εμφανείς οι διαφοροποιήσεις στις προσεγγίσεις τους. Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση Τραμπ–Νετανιάχου δοκιμάζεται από διαφωνίες που έχουν ως βασικό επίκεντρο την Μέση Ανατολή. Η στρατηγική σύγκλιση δίνει πλέον τη θέση της σε μια πολύπλοκη εξίσωση γεωπολιτικών συμφερόντων και προσωπικών φιλοδοξιών.

Με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948 και καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του, οι Αμερικανοί πρόεδροι τόσο του Δημοκρατικού όσο και του Ρεπουμπλικανικού κόμματος είχαν ως κεντρικό πυλώνα της εξωτερικής τους πολιτικής την στήριξη του Ισραήλ ως ενός κατεξοχήν σημαντικού συμμάχου στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αναπόφευκτα,  ο Νετανιάχου, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία για το μεγαλύτερο μέρος των δύο τελευταίων δεκαετιών, αποτελεί έναν αναγκαίο εταίρο, ακόμα και αν μερικές φορές εξόργιζε την Αμερικανική πολιτική ηγεσία.

Η πρώτη θητεία Τραμπ χαρακτηρίστηκε από την ιδιαίτερη σύσφιξη των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων,  με μια σειρά αποφάσεων που ενίσχυσαν τόσο τη θέση του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή, όσο και την πολιτική ισχύ του Νετανιάχου. Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο του 2017, η Ιερουσαλήμ αναγνωρίστηκε από τις ΗΠΑ ως επίσημη πρωτεύουσα του Ισραήλ, γεγονός που συνδυάστηκε με την μεταφορά της αμερικάνικής πρεσβείας εκεί. Η απόφαση αυτή αν και θεωρήθηκε ιστορική δικαίωση για τους Ισραηλινούς, ήρθε αντιμέτωπη με ιδιαίτερη κριτική από την διεθνή κοινότητα, ως πράξη υπονόμευσης της σταθερότητας στην περιοχή. Επιπλέον, τον Μάιο του 2018, μετά από  έντονες πιέσεις του εβραϊκού λόμπι, πραγματοποιήθηκε η μονομερής απόσυρση των ΗΠΑ από την Κοινή Ολοκληρωμένη Δράση (Joint Comprehensive Plan of Action), δηλαδή τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, η οποία είχε συναφθεί το 2015 επί προεδρίας Ομπάμα. Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάρτιο του 2019, η διοίκηση Τραμπ προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας στα Υψίπεδα του Γκολάν, ενέργεια που ήρθε σε αντίθεση με τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Τέλος, τον Σεπτέμβριο του 2020,  με την επίτευξη των Συμφωνιών του Αβραάμ, ύστερα από μεσολάβηση των ΗΠΑ, εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο και το Σουδάν, αναβαθμίζοντας έτσι περαιτέρω την στρατηγική θέση του Ισραήλ.

Με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, το γεωπολιτικό σκηνικό στην Μέση Ανατολή ήταν εκρηκτικό: ο πόλεμος μεταξύ Ισραήλ – Χαμάς και η ανθρωπιστική κρίση που έχει προκύψει ως εκ τούτου στον παλαιστινιακό θύλακα, η ταχύτατη ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η εμπλοκή του Ισραήλ σε επιχειρήσεις σε Λίβανο και Συρία, και οι εξελίξεις στο εσωτερικό του ίδιου του Ισραήλ με την πιο ακροδεξιά κυβέρνηση στην ιστορία του, συνέθεταν μια δύσκολη πολιτική εξίσωση.

Αρχικά, φάνηκε πως η φιλική σχέση των δύο ηγετών θα συνέχιζε να υφίσταται στο ίδιο πλαίσιο σύμπραξης της περιόδου 2017-2021. Πράγματι, ο Νετανιάχου ήταν ο πρώτος ηγέτης ο οποίος επισκέφτηκε τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Φεβρουάριο του 2025.  Οι δυο τους συμφώνησαν πως είναι καίριας σημασίας η αποτροπή του Ιράν να εξελίξει περαιτέρω το πυρηνικό του πρόγραμμα. Επιπλέον, ως προς τον πόλεμο στην Γάζα, ο Τραμπ ήρε τον περιορισμό χρήσης βομβών 1000 κιλών που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Μπάιντεν στο Ισραήλ  και δημοσιοποίησε το μεγαλεπήβολο σχέδιο του για την ανοικοδόμηση Ριβιέρας στα συντρίμμια της Γάζας, προτείνοντας μάλιστα και τον μαζικό εκτοπισμό των Παλαιστινίων στην Αίγυπτο, την Ιορδανία και σε άλλα γειτονικά κράτη. Τέλος, στη διάρκεια του σύντομου πολέμου των 12 ημερών μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, τον Ιούνιο του 2025, η Ουάσιγκτον στήριξε το δικαίωμα αυτοάμυνας του Ισραήλ, και προχώρησε σε χτυπήματα στρατηγικών θέσεων με στόχο να πλήξει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, επιθυμώντας ωστόσο την διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας και την αποτροπή γενικευμένου πολέμου.

Ήδη από τον Μάιο του 2025 παρατηρήθηκε μια σαφής μεταστροφή στην προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ ως προς τα στρατηγικά και γεωπολιτικά ζητήματα που αφορούν το Ισραήλ. Ο Αμερικανός πρόεδρος υιοθέτησε κατευθύνσεις  που αποκλίνουν αισθητά από τις επιλογές που θα προτιμούσε ο πρωθυπουργός Νετανιάχου.  Ειδικότερα, σε περιοδεία του στην Μέση Ανατολή, και δίχως να ενημερώσει τον Ισραηλινό ομόλογό του, ο Τραμπ προχώρησε στην επίτευξη συμφωνίας για κατάπαυση του πυρός με τους αντάρτες Χούθι της Υεμένης, χωρίς να υπάρξει κάποια αναφορά για απαγόρευση επίθεσης στο Ισραήλ. Παράλληλα, ανακοίνωσε την σταδιακή κατάργηση των δασμών στην Συρία, παραβλέποντας την επιθυμία του Νετανιάχου να μην γίνει άρση τους. Τέλος, ο Αμερικανός πρόεδρος, φανερά εκνευρισμένος, υιοθέτησε επικριτική ρητορική για την ισραηλινή πολιτική στην Λωρίδα της Γάζας, κάνοντας αναφορά σε «πραγματική πείνα» στην περιοχή, κατηγορώντας ευθέως το Ισραήλ ότι έχει ευθύνη για την εν λόγω κατάσταση.

Αυτή η πρωτοφανής ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων από την μεριά Αμερικανού προέδρου δεν μεταφράζεται ως ρήξη στις διπλωματικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ, αλλά πηγάζει από τον συχνά απρόβλεπτο χαρακτήρα του Τραμπ, ο οποίος αντιμετωπίζει την διεθνή διπλωματία με επιχειρηματικούς όρους, που βασίζονται στον υπολογισμό του κόστους και οφέλους. Η περίπτωση της ανθρωπιστικής κρίσης στην Παλαιστίνη είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας του. Ο Τραμπ έχει εκφράσει την δυσαρέσκειά του  για τις ανεξέλεγκτες ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και έχει ζητήσει από τον Νετανιάχου να επιτρέψει την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας ώστε το συγκεκριμένο θέμα να μην προβάλλεται άλλο στις οθόνες των διεθνών ΜΜΕ. Απώτερος σκοπός του είναι να παγιώσει την εικόνα ενός προέδρου με χαρακτηριστικά παγκόσμιου διαμεσολαβητή, που σταματάει τους πολέμους και προωθεί την ειρήνη. Ως εκ τούτου, ο Τραμπ βλέπει πλέον τον Νετανιάχου λιγότερο ως έναν αξιόπιστο σύμμαχο και περισσότερο ως εμπόδιο στη ευρύτερη στρατηγική του για τη Μέση Ανατολή, μια στρατηγική που εστιάζει στο εμπόριο, τη διπλωματία και την ανοικοδόμηση.

Αδιαμφισβήτητα, η συμμαχία μεταξύ των δύο κρατών συνεχίζει να υφίσταται, σημάδια έντασης όμως είναι ορατά. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, παρά την πολιτική του εμπειρία, φαίνεται να μην έχει λάβει υπόψιν την απρόβλεπτη και αντισυμβατική πολιτική συμπεριφορά του Τραμπ, υπερεκτιμώντας έτσι τον βαθμό στον οποίο μπορεί να βασίζεται στην αταλάντευτη υποστήριξη των ΗΠΑ. Ο Αμερικανός πρόεδρος, επιχειρώντας να εδραιώσει το προφίλ ενός ηγέτη που επιδιώκει την αποτελεσματικότητα και την αποφυγή περιττών συγκρούσεων προς όφελος της πατρίδας του, δείχνει ότι δεν προτίθεται να προσαρμόσει τις επιλογές του σε παραδοσιακούς κανόνες της διεθνούς πολιτικής, εφόσον αυτοί δεν εξυπηρετούν άμεσα τους στόχους των ΗΠΑ και του ιδίου.

 

          Πηγές

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

KEDISA--ανάλυση

 

Related Posts