Γράφει ο Πέτρος Παπαντωνάκος, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ
Από τις 10 έως τις 21 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε στην πόλη Μπελέμ της Βραζιλίας η 30η ετήσια Σύνοδος του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής (COP30). Αυτές οι Σύνοδοι αποτελούν το ανώτατο πεδίο διαπραγμάτευσης και συντονισμού των δράσεων που υιοθετούν τα κράτη, ώστε να αντιμετωπίσουν αφενός τις ήδη υπάρχουσες επιπτώσεις από την υπερθέρμανση του πλανήτη, να θωρακιστούν απέναντι σε μελλοντικές κλιματικές απειλές, αλλά και να σταθεροποιήσουν το κλίμα, συγκρατώντας την αύξηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας ιδανικά σε 1,5 βαθμό Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα ή όσο πιο κοντά γίνεται στον στόχο αυτόν. Η πιο ένδοξη στιγμή των ετήσιων και πολυήμερων αυτών Συνόδων ήταν σίγουρα η Συμφωνία των Παρισίων (τον Δεκέμβριο του 2015 στην COP21) και η υπογραφή της τον Απρίλιο του 2016. Η Συμφωνία των Παρισίων αποτελεί πλέον την «πυξίδα» της παγκόσμιας κλιματικής δράσης.
Οι ετήσιες Σύνοδοι του ΟΗΕ για το κλίμα ή COP (Conference of the Parties) έχουν την αφετηρία τους στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, η οποία υπογράφηκε το 1992 και είναι το πρώτο διεθνές μέτρο με το οποίο επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Βάσει αυτής της συνθήκης, τα κράτη που την έχουν υπογράψει συμφωνούν να στέλνουν κάθε χρόνο αντιπροσωπείες για να συζητούν την πρόοδο που έχει επιτευχθεί και τα επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν.
Παραδοσιακά σε αυτές τις Συνόδους οι διαπραγματεύσεις είναι έντονες και υπάρχει συχνά σύγκρουση μεταξύ αφενός των κρατών που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή, όπως μικρά νησιωτικά κράτη που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αφανισμού, αλλά και όσων υιοθετούν μια φιλόδοξη κλιματική πολιτική, και αφετέρου των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία, ή κρατών που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα για την ανάπτυξή τους, όπως η Ινδία για παράδειγμα. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων με ομοφωνία στις COP συχνά παραλύει τις προσπάθειες για υιοθέτηση φιλόδοξης δράσης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως, αν και η παραγωγή και καύση ορυκτών καυσίμων αποτελεί την κυριότερη αιτία για την υπερθέρμανση του πλανήτη, πήρε 29 χρόνια μέχρι να διατυπωθεί το 2023 σε επίσημο κείμενο Συνόδου η δέσμευση για σταδιακή απομάκρυνση από αυτά. Αυτό το γεγονός φανερώνει τη δυσκολία λήψης αποφάσεων με ομοφωνία από σχεδόν 200 κράτη που συμμετέχουν στις COP, τα οποία έχουν διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες μεταξύ τους.
Η φετινή Σύνοδος COP30 πραγματοποιήθηκε σε ένα δυσμενές διεθνές περιβάλλον, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να έχει αποκηρύξει κάθε κλιματική πολιτική από τον Ιανουάριο του 2025 που επανήλθε στην εξουσία, σέρνοντας μάλιστα ξανά τη χώρα του εκτός της Συμφωνίας των Παρισίων. Οι ΗΠΑ αποτελούν ιστορικά τον μεγαλύτερο υπεύθυνο για την κλιματική αλλαγή παγκοσμίως, ενώ αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος ρυπαντής είναι η Κίνα. Συνεπώς, η στάση των δύο αυτών κρατών επηρεάζει δραματικά τις προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Πρόσφατα, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την κλιματική αλλαγή «την μεγαλύτερη απάτη που έχει ποτέ επιβληθεί στον κόσμο». Παράλληλα, από την επάνοδό του στην εξουσία έχει κηρύξει σκληρό πόλεμο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) στη χώρα του, ενώ προωθεί την αύξηση της εγχώριας παραγωγής υδρογονανθράκων και την αύξηση των εξαγωγών τους. Η στάση του Τραμπ, η οποία συνοδεύτηκε από επιθετική εμπορική πολιτική με επιβολή δασμών και εμπορικές διαπραγματεύσεις με δεκάδες χώρες, επηρέασε και αποδυνάμωσε το momentum της διεθνούς κλιματικής δράσης μέσα στο 2025.
Οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, καθώς και τον μεγαλύτερο εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Ο Τραμπ χρησιμοποιεί το πετρέλαιο και το LNG ως εργαλεία εμπορικής πολιτικής, πιέζοντας τα άλλα κράτη να αγοράσουν όλο και περισσότερη αμερικανική ενέργεια. Η Ευρώπη αποτελεί ένα από τα «θύματα» αυτής της πολιτικής, αφού το καλοκαίρι του 2025 υπέγραψε εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, με βάση την οποία θα πρέπει να αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισ. δολαρίων σε βάθος τριετίας, με αντάλλαγμα την επιβολή χαμηλότερων δασμών στα προϊόντα της από αυτούς που είχε εξαγγείλει αρχικά ο Τραμπ την άνοιξη.
Οι εξαγωγές πετρελαίου και LNG αποτελούν βασικό γρανάζι της αμερικανικής οικονομίας και έχουν μετατραπεί σε σημαντικό εργαλείο για άσκηση εμπορικής πολιτικής από τον Τραμπ.
Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας για ενεργειακή κυριαρχία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα αντικρουόμενα οράματα των δύο υπερδυνάμεων του πλανήτη, των ΗΠΑ και της Κίνας, σχετικά με το ενεργειακό μέλλον του κόσμου. Σε ανάλυσή του το Semafor αναδεικνύει αυτήν την ενεργειακή «τιτανομαχία». Από τη μία βρίσκονται οι ΗΠΑ που, μέσω του Τραμπ, επιθυμούν να εξάγουν όλο και περισσότερο πετρέλαιο και LNG, και πιέζουν τα υπόλοιπα κράτη να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου να υπάρχει αγοραστική ζήτηση για την αμερικανική ενέργεια.
Από την άλλη πλευρά, η Κίνα αποτελεί τον κυρίαρχο κατασκευαστή παγκοσμίως σε τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά, μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας, ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες κ.α. Παράλληλα, είναι κυρίαρχος και στην αλυσίδα αξίας των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών που απαιτούνται για την κατασκευή τους. Η Κίνα επιδιώκει επιθετικά την αύξηση των εξαγωγών αυτών των τεχνολογιών και την απόκτηση της «πρωτοκαθεδρίας» στις αναδυόμενες αγορές του κόσμου.
Το Semafor σχολιάζει πως, αν και η παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση θα αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες, ο κόσμος πιθανότατα δεν χρειάζεται τόση ενέργεια όση προσφέρουν αθροιστικά οι ΗΠΑ και η Κίνα με τις εξαγωγές τους. Συνεπώς, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους εντείνεται για να υπερισχύσει το ενεργειακό «όραμα» του καθενός και να αποκομίζουν υπέρογκα οικονομικά οφέλη από τις εξαγωγές.
Οι «δασμοί άνθρακα» της ΕΕ
Στην COP30 το διεθνές εμπόριο έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, μια εξέλιξη όχι και τόσο συνηθισμένη για τις κλιματικές Συνόδους του ΟΗΕ. Κράτη όπως η Κίνα και η Ινδία διαμαρτύρονται για τους «δασμούς άνθρακα» (CBAM) τους οποίους σκοπεύει να επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση από τις αρχές του 2026. Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) είναι ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός που στοχεύει να αποτρέψει τη «διαρροή άνθρακα» – δηλαδή τη μεταφορά βιομηχανικής παραγωγής σε χώρες με πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανόνες. Με απλά λόγια, η ΕΕ επιβάλλει ένα κόστος άνθρακα στα εισαγόμενα προϊόντα, ανάλογο με αυτό που πληρώνουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μέσω του EU ETS (Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών). Έτσι διασφαλίζεται ότι τα εισαγόμενα στην ΕΕ προϊόντα δεν αποκτούν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των αντίστοιχων ευρωπαϊκών προϊόντων λόγω χαμηλότερων απαιτήσεων για μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αρχικά, ο CBAM θα εφαρμόζεται σε τομείς με υψηλές εκπομπές, όπως ο σίδηρος, χάλυβας, το τσιμέντο, λιπάσματα, αλουμίνιο, υδρογόνο και ηλεκτρισμός.
Η Κίνα, η οποία κατηγορείται συχνά για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολύ χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς, αντιδρά έντονα στον «δασμό άνθρακα» που θέλει να θέσει σε ισχύ η ΕΕ. Από την πλευρά της, η ΕΕ βλέπει τα κινεζικά προϊόντα ως απειλή για την οικονομία της. Η Κίνα, λόγω και των παραγόντων που αναφέρθηκαν, έχει τη δυνατότητα να πωλεί τα αγαθά της, όπως για παράδειγμα φωτοβολταϊκά, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, ακόμα και κάτω του κόστους, οδηγώντας πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες σε χρεοκοπία, καθώς δεν μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό. Συνεπώς, η ΕΕ, μέσω του CBAM, προσπαθεί να προστατεύσει τις βιομηχανίες και την ανταγωνιστικότητά της, αλλά και να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Πέραν της Κίνας, αντιδράσεις έχουν εκφράσει και άλλα κράτη σε αυτό το εμπορικό μέτρο, όπως η Ινδία και κράτη του Κόλπου.
Η Κίνα έθεσε στο πλαίσιο της COP30 το ζήτημα των «μονομερών εμπορικών μέτρων», ωστόσο δεν υπήρξε κάποια συμφωνία και το ζήτημα θα συζητηθεί ξανά σε μελλοντική περίσταση.
Ο απολογισμός της COP30
Όσον αφορά τον απολογισμό της COP30, μπορεί να ειπωθεί πως, παρά τις γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις, οι διεθνείς διαπραγματεύσεις δεν κατέρρευσαν και υπήρξε ένα τελικό επίσημο κείμενο συμφωνίας, ωστόσο η πρόοδος στην ενίσχυση της κλιματικής δράσης υπήρξε μικρή και σίγουρα μικρότερη από αυτήν που χρειαζόταν.
Ένα αποτέλεσμα της φετινής COP ήταν η συμφωνία των κρατών για τριπλασιασμό της χρηματοδότησης προς ευάλωτα κράτη σε σχέση με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Ο χρηματοδοτικός στόχος ανήλθε σε 120 δισ. δολάρια ετησίως, από το 2035 και μετά. Αυτό ήταν μια μικρή νίκη για τα πιο φτωχά και αναπτυσσόμενα κράτη, αλλά όχι κάτι που τα άφησε πλήρως ικανοποιημένα. Μια άλλη μικρή (ή και όχι τόσο μικρή) νίκη ήταν η συμφωνία για τη θέσπιση ενός Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης (Just Transition Mechanism), ένα σχέδιο στο οποίο συμφώνησαν όλα τα κράτη ώστε η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία παγκοσμίως να γίνει δίκαια και να προστατεύει τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων. Η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού ήταν βασικό αίτημα των αναπτυσσόμενων κρατών, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Κίνα, ωστόσο δεν συμφωνήθηκε κάποιος συγκεκριμένος χρηματοδοτικός στόχος.
Ένα ακόμα μικρό βήμα προς την ενίσχυση της κλιματικής δράσης ήταν η θέσπιση ενός προγράμματος «επιτάχυνσης» (Accelerator) για την ενδυνάμωση των επικαιροποιημένων εθνικών κλιματικών στόχων των κρατών (NDCs) και τη μείωση του τεράστιου χάσματος μεταξύ υφιστάμενων δεσμεύσεων και των δράσεων που απαιτούνται για να διατηρηθεί στο ελάχιστο η υπέρβαση του στόχου για συγκράτηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας σε 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, ενός στόχου που πλέον είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί.
Δεν εξέπληξε κανέναν, επίσης, το γεγονός πως η Σαουδική Αραβία και άλλα πετρελαιοπαραγωγά κράτη, όπως η Ρωσία, κατέβαλαν τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια για να απαλειφθεί από το τελικό κείμενο της συμφωνίας κάθε αναφορά σε απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Οι προσπάθειές τους ήταν επιτυχείς και τα ορυκτά καύσιμα δεν αναφέρονταν στο τελικό κείμενο για ακόμη μία χρονιά. Υπήρξε μόνο μια αδύναμη διατύπωση που έκανε αναφορά στις συμφωνίες της COP28 στα ΗΑΕ, όπου είχε συμφωνηθεί η «σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα», χωρίς ωστόσο να υπάρχει ρητά αυτή η φράση στο φετινό κείμενο.
Μια αισιόδοξη εξέλιξη για την πορεία των διεθνών κλιματικών δράσεων ήταν η εκκίνηση δύο πρωτοβουλιών, που όμως δεν συμπεριλήφθηκαν στο τελικό επίσημο κείμενο, με στόχο τη δημιουργία οδικού χάρτη για την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα και από την αποψίλωση των δασών. Αυτές οι πρωτοβουλίες είναι εθελοντικές και υποστηρίχθηκαν από 90 κράτη περίπου, με επικεφαλής την Κολομβία, ενώ έλαβαν ρητορική κυρίως στήριξη και από την οικοδέσποινα Βραζιλία. Η τελευταία ξεκίνησε και ένα άλλο εγχείρημα, που αφορά τη δημιουργία ενός Ταμείου για την προστασία των τροπικών δασών (Tropical Forests Forever Facility), το οποίο επίσης δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό επίσημο κείμενο.
Ένα εύστοχο σχόλιο του BBC σε σχέση με την COP30 τόνιζε πως «η φετινή σύνοδος κορυφής ήταν μια πραγματική διαπίστωση του πόσο έχει καταρρεύσει η παγκόσμια συναίνεση – ομοφωνία σχετικά με το τι πρέπει να γίνει για την κλιματική αλλαγή». Πρόσθετε, επιπλέον, πως «η ιδέα της COP εξυπηρέτησε καλά τον κόσμο, οδηγώντας τελικά στη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα – αλλά αυτό ήταν πριν από μια δεκαετία και πολλοί συμμετέχοντες θεωρούν ότι δεν έχει πλέον έναν σαφή και ισχυρό σκοπό. Πρόκειται για μια διαδικασία συναίνεσης – ομοφωνίας που προέρχεται από μια διαφορετική εποχή. Δεν ζούμε πια σε εκείνο τον κόσμο».
Η υφιστάμενη δομή των COP φαίνεται πως δεν δουλεύει πλέον, αν υποθέσουμε ότι δούλευε ποτέ. Είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί ομοφωνία για κρίσιμα ζητήματα κλιματικής δράσης μεταξύ σχεδόν 200 κρατών με διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Αρκεί η ύπαρξη ενός παίκτη όπως η Σαουδική Αραβία για να «βραχυκυκλώσει» τις διαπραγματεύσεις. Αρκεί επίσης να σκεφτεί κανείς, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, πως χρειάστηκαν 29 χρόνια και 28 κλιματικές Σύνοδοι (το 2020 είχε αναβληθεί λόγω του Covid) για να υπάρξει μια αναφορά σε τελικό επίσημο κείμενο για «σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα», η παραγωγή και καύση των οποίων είναι η κυριότερη αιτία της κλιματικής κρίσης. Και ακόμα και τώρα, δύο χρόνια μετά από αυτήν την αναφορά, είναι δύσκολο να υπάρξει αυτή η διατύπωση σε τελικό επίσημο κείμενο της COP.
Ίσως θα πρέπει να ακολουθηθεί ένα πιο ευέλικτο σχήμα, διαφόρων ταχυτήτων μεν αλλά πιο ρεαλιστικό, για να συντονίζει την κλιματική δράση. Θα μπορούσε να υπάρχει μια COP όπου τα κράτη θα έχτιζαν μια θετική ατζέντα με ζητήματα κλιματικής δράσης στα οποία συμφωνούν και θα μπορούσαν να υπάρχουν και εθελοντικές πρωτοβουλίες κρατών, όπως υπήρξαν φέτος, για όσα κράτη θέλουν να προχωρήσουν περισσότερο. Θα έπρεπε ίσως δηλαδή να προτιμηθεί η ευελιξία και όχι το δυσκίνητο, και συχνά παραλυμένο, σχήμα που υπάρχει εδώ και τόσα χρόνια.
Ένα σχόλιο για την Ελλάδα
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η απουσία εκπροσώπησης ή ίσως επαρκούς εκπροσώπησης της Ελλάδας στη φετινή Διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα. Μάλιστα, οι ημέρες πριν την έναρξη της COP30 έβρισκαν την Ελλάδα να υπογράφει μακροχρόνιες συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες για προμήθεια LNG και έρευνες υδρογονανθράκων. Το timing των συμφωνιών με τη σχεδόν ταυτόχρονη απουσία από την COP30 δεν θα μπορούσε να δείξει με πιο έντονο τρόπο την απότομη στροφή στις προτεραιότητες του Υπουργείου Περιβάλλοντος & Ενέργειας, αλλά και της χώρας συνολικά. Ιδιαίτερα αν θυμηθεί κανείς πως η παρουσία της Ελλάδας στις COP28 και COP29 ήταν έντονη και είχε διαφημιστεί αρκετά, ενώ υπήρχε εκθεσιακό περίπτερο από τη χώρα μας στις συγκεκριμένες Συνόδους και σημαντική διπλωματική παρουσία. Ας μην ξεχνάμε πως η Ελλάδα αποτελεί πλέον καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να έχουν συμβάλει τα μέγιστα σε αυτήν την εξέλιξη. Το 2025, ωστόσο, τα αυξανόμενα κόστη της πράσινης μετάβασης, η ανάγκη για πιο ρεαλιστικές κλιματικές πολιτικές εντός Ευρώπης, η έλευση του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, αλλά και η αλλαγή της ηγεσίας του υπουργείου, έφεραν απότομη αλλαγή στις ελληνικές ενεργειακές προτεραιότητες, κάτι που εκφράστηκε έντονα και με την ανεπαίσθητη –ή και ανύπαρκτη- παρουσία της χώρας στην COP30.
Η COP31, που θα λάβει χώρα τον Νοέμβριο του 2026, θα φιλοξενηθεί από την Τουρκία και συγκεκριμένα την πόλη Αττάλεια. Στη συγκεκριμένη Σύνοδο, η Τουρκία πιθανότατα θα προσπαθήσει να προβάλει τον εαυτό της ως μια χώρα που προωθεί την κλιματική δράση και επιδιώκει ενεργό ρόλο στη διπλωματία που αφορά το κλίμα και την πράσινη μετάβαση. Έχοντας αυτά σαν δεδομένα, είναι αρκετά πιθανό η Ελλάδα να αποφασίσει να έχει μεγαλύτερη παρουσία σε εκείνη τη Σύνοδο συγκριτικά με τη φετινή.
Ενδεικτικές πηγές
https://ourworldindata.org/co2-emissions
https://www.igu.org/igu-reports/2025-world-lng-report
https://www.nasdaq.com/articles/top-10-countries-natural-gas-production?utm_source=chatgpt.com
https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/qanda_25_1930
https://www.eia.gov/tools/faqs/faq.php?id=709&t=6
https://www.semafor.com/article/11/20/2025/in-the-coming-energy-glut-solar-will-outshine-lng
https://taxation-customs.ec.europa.eu/carbon-border-adjustment-mechanism_en
https://www.bbc.com/news/articles/cp84m16mdm1o
https://www.energygame.gr/ilektrismos/491149/tsafos-chora-ginetai-eksagogeas-ilektrikis-energeias/

