Home ΑναλύσειςΟι πολιτικές υποδοχής Παλαιστινίων προσφύγων από τα αραβικά κράτη: Μια ιστορική αναδρομή

Οι πολιτικές υποδοχής Παλαιστινίων προσφύγων από τα αραβικά κράτη: Μια ιστορική αναδρομή

by Σπύρος Θεοχαράκος

Γράφει ο Σπυρίδων Θεοχαράκος, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

 

Στον απόηχο του Αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948, εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι κατέφυγαν σε γειτονικές αραβικές χώρες, δημιουργώντας ένα από τα πιο διαρκή προσφυγικά προβλήματα του 20ου αιώνα. Αρχικά, η παρουσία τους έγινε ανεκτή ως προσωρινή «αναγκαιότητα». Οι αραβικές κυβερνήσεις διακήρυτταν επισήμως ότι οι εκτοπισμένοι πληθυσμοί θα επέστρεφαν σύντομα στα σπίτια τους, μόλις η σύγκρουση με το Ισραήλ επιλυόταν υπέρ τους. Ωστόσο, με το πέρασμα των δεκαετιών, έγινε σαφές ότι η παλαιστινιακή παρουσία είχε εξελιχθεί σε μακροχρόνια υπόθεση. Υπό το πρίσμα αυτής της πραγματικότητας, οι κυβερνήσεις υποδοχής ανέπτυξαν στρατηγικές που αντιστέκονταν συστηματικά στην πλήρη ένταξη των προσφυγικών πληθυσμών. Ιστορικές εμπειρίες, δημογραφικές ανησυχίες και πολιτικοί υπολογισμοί συνέκλιναν στην προώθηση πολιτικών αποκλεισμού, οι οποίες διασφάλιζαν ότι η παλαιστινιακή παρουσία θα παρέμενε προσωρινή. Στο πλαίσιο κατανόησης αυτής της απροθυμίας, η παρούσα έρευνα εξετάζει τις περιπτώσεις του Λιβάνου, της Ιορδανίας και του Κουβέιτ, τριών χωρών που φιλοξένησαν σημαντικούς παλαιστινιακούς πληθυσμούς, καθώς και της Αιγύπτου, η οποία παρά τη γεωγραφική και θρησκευτική της εγγύτητα με τη Γάζα, απέφυγε συστηματικά να προσφέρει μόνιμο άσυλο.

Η περίπτωση του Λιβάνου καταδεικνύει τη δημογραφική και πολιτική ευθραυστότητα μικρών κρατών, όταν αυτά έρχονται αντιμέτωπα με μεγάλους προσφυγικούς πληθυσμούς. Όταν περίπου 100.000 Παλαιστίνιοι εισήλθαν στον Λίβανο το 1948, θεωρήθηκαν αρχικά ως προσωρινοί φιλοξενούμενοι. Ωστόσο, το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, το οποίο κατανέμει την εξουσία σύμφωνα με μια λεπτή ισορροπία μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων, καθιστούσε αδιανόητη την ιδέα της μόνιμης εγκατάστασης των Παλαιστινίων. Οι πρόσφυγες ήταν κυρίως Σουνίτες μουσουλμάνοι και η παραχώρηση πλήρους υπηκοότητας θα αλλοίωνε αυτήν την ισορροπία εις βάρος των χριστιανικών ομάδων, που φοβούνταν ότι θα υπονομευόταν το πολιτικό τους βάρος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ/PLO) άρχισε να δρα ημι-ανεξάρτητα από βάσεις στο Λίβανο, ιδιαίτερα αφότου η Συμφωνία του Καΐρου του 1969 της επέτρεψε τον έλεγχο των προσφυγικών καταυλισμών. Η ένοπλη αυτή παρουσία μετέτρεψε γρήγορα τον Λίβανο σε ορμητήριο επιθέσεων κατά του Ισραήλ, το οποίο απάντησε με καταστροφικά αντίποινα στο έδαφος του Λιβάνου. Το αποτέλεσμα ήταν η αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ των Λιβανέζων πολιτών και η αντίληψη ότι η παλαιστινιακή μαχητικότητα είχε παρασύρει τον Λίβανο σε συγκρούσεις που δεν ήταν δικές του. Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος του 1975, οι Παλαιστίνιοι μαχητές συμμάχησαν με μουσουλμανικές παρατάξεις εναντίον χριστιανικών πολιτοφυλακών, ενσωματώνοντας το προσφυγικό ζήτημα στην εσωτερική σεκταριστική σύγκρουση της χώρας. Η ισραηλινή εισβολή του 1982 και οι σφαγές στη Σάμπρα και τη Σατίλα άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στη λιβανική πολιτική μνήμη. Έκτοτε, το κράτος έχει αποκλείσει σταθερά τους Παλαιστινίους από την απόκτηση υπηκοότητας, περιόρισε την πρόσβασή τους σε επαγγέλματα και τους περιέκλεισε σε καταυλισμούς. Η άρνηση του Λιβάνου να εντάξει τους πρόσφυγες, επομένως,  πηγάζει όχι μόνο από μια ιδεολογική δέσμευση στο δικαίωμα επιστροφής, αλλά και από τον υπαρκτό φόβο ότι η μόνιμη εγκατάστασή τους θα αποσταθεροποιούσε την εύθραυστη εθνική τάξη της χώρας.

Το κράτος της Ιορδανίας ακολούθησε αρχικά μια πιο προσιτή προς την πορεία ενσωμάτωσης πολιτική. Μετά το 1948, ο βασιλιάς Αμπντουλάχ προσάρτησε τη Δυτική Όχθη και παραχώρησε ιορδανική υπηκοότητα σε πολλούς Παλαιστίνιους. Η ενσωμάτωση φάνταζε πιθανή προοπτική και για ένα διάστημα οι Παλαιστίνιοι διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στη διοίκηση, την οικονομία, ακόμα και στον στρατό της Ιορδανίας. Ωστόσο, η άνοδος των παλαιστινιακών ενόπλων οργανώσεων τη δεκαετία του 1960 άλλαξε τις ισορροπίες. Ανταρτικές ομάδες που δρούσαν από το έδαφος της Ιορδανίας συγκρούστηκαν σύντομα με τις ισραηλινές δυνάμεις αλλά και με τη μοναρχία, καθώς επιδίωκαν αυτονομία και αμφισβητούσαν την εξουσία του βασιλιά Χουσεΐν. Η κορύφωση ήρθε με τα γεγονότα του «Μαύρου Σεπτέμβρη» το 1970-71, όταν ο ιορδανικός στρατός διεξήγαγε μια αιματηρή εκστρατεία για την εκδίωξη της ΟΑΠ. Η σύγκρουση αυτή άφησε χιλιάδες νεκρούς και αποκάλυψε στον Χουσεΐν τον υπαρξιακό κίνδυνο από την ανοχή μιας ημι-ανεξάρτητης παλαιστινιακής πολιτικοστρατιωτικής παρουσίας στο έδαφός του. Έκτοτε, η Ιορδανία κράτησε ανοικτή την πρόσβαση των Παλαιστινίων σε κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς. Το 1988, η μοναρχία παραιτήθηκε επίσημα από τα νομικά της δικαιώματα στη Δυτική Όχθη, σε μια κίνηση που στόχευε να απομονώσει την Ιορδανία από περαιτέρω παλαιστινιακές εμπλοκές. Η Ιορδανία παραμένει η χώρα με τον μεγαλύτερο παλαιστινιακό πληθυσμό, αλλά η ηγεσία της αποφεύγει συστηματικά να ενθαρρύνει περαιτέρω μετανάστευση ή ενσωμάτωση, φοβούμενη ότι μια τέτοια πολιτική θα υπονόμευε τη νομιμοποίηση της μοναρχίας και θα μετέτρεπε την Ιορδανία σε μια «εναλλακτική πατρίδα» των Παλαιστινίων εις βάρος των εθνικών τους φιλοδοξιών.

Η εμπειρία του Κουβέιτ είναι διαφορετική αλλά εξίσου αποκαλυπτική. Κατά τη διάρκεια της πετρελαϊκής άνθησης της δεκαετίας του 1950 και 1960, οι Παλαιστίνιοι αποτέλεσαν ζωτικό συστατικό στοιχείο του Κουβέιτ, υπηρετώντας σε κρίσιμους τομείς της δημόσιας διοίκησης και οικονομίας. Παρόλο που απολάμβαναν σχετική οικονομική ευημερία, ποτέ δεν απέκτησαν υπηκοότητα από το Κουβέιτ, καθώς παρέμενε περιορισμένη στις αυτόχθονες οικογένειες. Μέχρι το 1990, οι Παλαιστίνιοι συγκροτούσαν σχεδόν το ένα πέμπτο του πληθυσμού του Κουβέιτ, σχηματίζοντας μια εύπορη αλλά πολιτικά αποκλεισμένη κοινότητα. Το καθοριστικό σημείο καμπής ήρθε με την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ το 1990. Η ηγεσία της ΟΑΠ, σε μια ολέθρια πολιτική απόφαση, εμφανίστηκε να υποστηρίζει τον Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος παρουσιαζόταν ως υπερασπιστής της παλαιστινιακής υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ο Γιάσερ Αραφάτ πίεσε τον Ιρακινό Πρόεδρο να θέσει ως όρο για την αποχώρησή του από το Κουβέιτ την αποχώρηση του Ισραήλ από τη Δυτική Όχθη, τη Λωρίδα της Γάζας και τα Υψίπεδα του Γκολάν, δήλωση που εκλήφθηκε από το Κουβέιτ ως προδοσία της φιλοξενίας του παλαιστινιακού πληθυσμού στο έδαφος του. Όταν το Κουβέιτ απελευθερώθηκε το 1991 από έναν διεθνή συνασπισμό υπό τις ΗΠΑ, η κυβέρνηση του αντέδρασε εκδικητικά, εκδιώκοντας το μεγαλύτερο μέρος του παλαιστινιακού πληθυσμού, αφαιρώντας τους δικαιώματα παραμονής και εργασίας. Σε διάστημα εβδομάδων, εκατοντάδες χιλιάδες εξαναγκάστηκαν να φύγουν. Το επεισόδιο αυτό κατέδειξε με σκληρό τρόπο τον υπό όρους χαρακτήρα της παλαιστινιακής ζωής στο Κουβέιτ. Το κράτος είχε καλωσορίσει την ύπαρξή τους για εργασία για όσο εξυπηρετούσε τις οικονομικές του ανάγκες, αλλά αρνήθηκε να τους εντάξει μόνιμα· και όταν τέθηκε θέμα πολιτικής νομιμοφροσύνης, αντιμετώπισε την παρουσία τους ως απειλή ασφάλειας. Η ιστορική άρνηση του Κουβέιτ να εντάξει τους Παλαιστίνιους αντανακλά τόσο την ευρύτερη πολιτική των κρατών του Κόλπου να μην πολιτογραφούν ξένους εργάτες όσο και την πικρή κληρονομιά του Πολέμου του Κόλπου.

Η Αίγυπτος, τέλος, αντιπροσωπεύει την περίπτωση της σκόπιμης αποφυγής παλαιστινιακών προσφυγικών ροών. Μετά το 1948, η Αίγυπτος διοικούσε τη Λωρίδα της Γάζας αλλά δεν την προσάρτησε ούτε χορήγησε ιθαγένεια στους κατοίκους της. Υπό την ηγεσία του Νάσερ, η Αίγυπτος χορήγησε στους Παλαιστίνιους σημαντικά δικαιώματα, στο πλαίσιο του οράματός του για αραβική ενότητα και την προσπάθεια ανάληψης ηγετικού ρόλου στην παλαιστινιακή υπόθεση. Ωστόσο, η συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ το 1979 μετέβαλε την αιγυπτιακή πολιτική. Με την επίσημη αναγνώριση του Ισραήλ και την επιστροφή της χερσονήσου του Σινά στην Αίγυπτο, ο πρόεδρος Σαντάτ κατόπιν διαπραγμάτευσης ευθυγράμμισε τα αιγυπτιακά συμφέροντα με μια παλαιστινιακή αυτονομία, εγκαταλείποντας την πολιτική ένταξης. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Αίγυπτος περιόρισε την πρόσβαση των Παλαιστινίων στην εργασία και στην εκπαίδευση, ενώ μετά το 1981 η θέση τους επιδεινώθηκε περαιτέρω. Από τότε, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει τους Παλαιστίνιους ως ξένους των οποίων η μόνιμη εγκατάσταση στο έδαφός της θα υπονόμευε τόσο την προσπάθεια αυτοδιάθεσης τους όσο και την ίδια την ασφάλεια της Αιγύπτου. Το πέρασμα της Ράφα από τη Γάζα παραμένει αυστηρά ελεγχόμενο, όχι μόνο για τη διαχείριση των σχέσεων με το Ισραήλ, αλλά και για την αποτροπή διείσδυσης ενόπλων στη χερσόνησο του Σινά. Για το Κάιρο, η διαχρονική πολιτική έγκειται στη θέση ότι οι Παλαιστίνιοι πρέπει να παραμείνουν στην πατρίδα τους για την επίτευξη κρατικής υπόστασης, και οποιαδήποτε μαζική εγκατάσταση στην Αίγυπτο αντίκειται σε αυτήν την προσπάθεια.

Συνοψίζοντας, οι περιπτώσεις που μελετήθηκαν αποκαλύπτουν τις βαθιές ιστορικές ρίζες της άρνησης των αραβικών κρατών να εντάξουν τους Παλαιστινίους πρόσφυγες στον πληθυσμό τους. Ο Λίβανος φοβάται την αποσταθεροποίηση της σεκταριστικής του τάξης, η Ιορδανία θυμάται το τραύμα ενός παρ’ ολίγον εμφυλίου πολέμου, το Κουβέιτ κουβαλά την πικρή κληρονομιά της «προδοσίας» του 1990–91 και η Αίγυπτος επιδιώκει να διαφυλάξει το καθεστώς ειρήνης με το Ισραήλ και την κυριαρχία της στη χερσόνησο του Σινά. Κάτω από αυτά τα διαφορετικά εθνικά βιώματα κρύβεται μια κοινή λογική: η ενσωμάτωση των Παλαιστινίων θα έθετε σε κίνδυνο την εσωτερική σταθερότητα και θα αποδυνάμωνε το πολιτικό επιχείρημα του δικαιώματος επιστροφής. Ως αποτέλεσμα, οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες παραμένουν σε μια κατάσταση παρατεταμένης εκκρεμότητας,  καλοδεχούμενοι ως προσωρινοί φιλοξενούμενοι αλλά στερημένοι δικαιώματος υπηκοότητας. Αυτή η διαχρονική στάση αντανακλά το κύριο παράδοξο του παλαιστινιακού προσφυγικού ζητήματος: ενώ τα αραβικά κράτη διακηρύσσουν αλληλεγγύη στον αγώνα τους, η ιστορία δείχνει ότι έχουν συστηματικά αρνηθεί την ένταξή τους, φοβούμενα ότι μια τέτοια πράξη θα έθετε σε κίνδυνο τόσο τα εθνικά τους συμφέροντα όσο και τον ίδιο τον παλαιστινιακό αγώνα.

 

Ενδεικτικές Πηγές

KEDISA--ανάλυση

Related Posts