Home ΑναλύσειςΟικονομική κατασκοπεία και εθνική ασφάλεια

Οικονομική κατασκοπεία και εθνική ασφάλεια

by Δημήτρης Σουρίλας

Γράφει ο Δημήτρης Σουρίλας, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

Μετά το πέρας της ψυχροπολεμικής περιόδου και κατ’ επέκταση την κατάρρευση του λεγόμενου διπολικού συστήματος μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, τα κράτη που αποτελούν τους κύριους δρώντες σε παγκόσμια γεωπολιτική κλίμακα έκριναν αναγκαίο να προσαρμοστούν στις νέες προκλήσεις την εξωτερική αμυντική τους πολιτική και κατ’ επέκταση τους αντίστοιχους θεσμούς υλοποίησης αυτής της πολιτικής συμπεριλαμβανομένης της δράσης των Υπηρεσιών Πληροφοριών τους. Μια από τις κυριότερες προκλήσεις που έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν είναι η οικονομική κατασκοπεία. Μελετώντας τα ιστορικά γεγονότα είναι ευκόλως αντιληπτό να κατανοήσουμε ότι η οικονομική κατασκοπεία προϋπήρχε του Ψυχρού πολέμου από την αρχαιότητα και συνεχίζεται ως σήμερα μετασχηματισμένη (Κωνσταντόπουλος, 2010).

Στη σημερινή τεχνολογική εποχή της μετανεωτερικότητας, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας καθώς και η εδραίωση ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου έφερε στο προσκήνιο και μια μορφή οικονομικής κατασκοπείας μέσω του διαδικτύου γνωστή ως «κυβερνοκατασκοπεία». Η σημασία της οικονομικής κατασκοπείας για την ασφάλεια στο διεθνές στερέωμα είναι ραγδαίως αυξανόμενη λόγω της συζήτησης περί μείωσης της Αμερικανικής δύναμης και συνάμα τη ραγδαία ανάπτυξη κρατών-ανταγωνιστών της όπως η Κίνα, του συνεχώς αναπτυσσόμενου ρόλου της γεωοικονομίας στις διεθνείς σχέσεις και άλλων ακόμα ζητημάτων που προκύπτουν στην διεθνή πολιτική. Η οικονομική κατασκοπεία συναντάται από αρχαιοτάτων χρόνων και δεν αποτελεί μια σύγχρονη κρατική συμπεριφορά, ενώ προϋπήρχε των σύγχρονων υπηρεσιών πληροφοριών όπως τις γνωρίζουμε στις μέρες μας.  Σύμφωνα με τον S. Porteous η οικονομική κατασκοπεία ορίζεται ως εξής «η χρησιμοποίηση από μια κυβέρνηση ή τους εκπροσώπους παράνομων, μυστικών, εξαναγκαστικών ή παραπλανητικών μέσων ή η διευκόλυνσή τους, προκειμένου να αποκτήσουν πληροφορίες οικονομικού περιεχομένου». Για να αναλύσουμε αποτελεσματικότερα την έννοια της οικονομικής κατασκοπείας θα πρέπει να μελετήσουμε και τις τρεις διαφορετικές πτυχές της. Πρώτον, την Μακροοικονομική κατασκοπεία, δεύτερον την μικροοικονομική κατασκοπεία και τρίτον την οικονομική αντικατασκοπεία (Κωνσταντόπουλος, 2010:55).

Παραδείγματα οικονομικής κατασκοπείας υπάρχουν πολλά τόσο από αντιπάλους όσο και από συμμάχους και οι ρίζες της συναντώνται ακόμα και στην αρχαιότητα. Στη σύγχρονη ιστορία κύριος στόχος της οικονομικής κατασκοπείας αποτελούσαν ενίοτε οι ΗΠΑ, καθώς είναι η ηγέτιδα δύναμη και οικονομικός και τεχνολογικός κολοσσός στο διεθνές στερέωμα. Οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου υπήρξαν θύματα οικονομικής κατασκοπείας, τόσο μακροοικονομικά όσο και μικροοικονομικά (οι εν λόγω έννοιες θα εξηγηθούν παρακάτω), από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία ήθελε να υποκλέψει τεχνολογικές και οικονομικές απόρρητες πληροφορίες έχοντας ως κύριο στόχο την ανάπτυξη της οικονομίας της, αλλά και τη βελτίωση των οπλικών συστημάτων της. Επιπρόσθετα και κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο, η Ρωσία συνέχισε την κατασκοπεία με ακόμη μεγαλύτερη συχνότητα  τόσο εναντίον των ΗΠΑ αλλά και άλλων Δυτικών χωρών, έχοντας ως στόχο την εδραίωση της θέσης της στο διεθνές στερέωμα και την καθιέρωση της ως Μεγάλης Δύναμης μέσω της οικονομικής και της τεχνολογικής της ανάπτυξης. Επιπλέον και η Κίνα με σκοπό να εδραιωθεί ως ηγέτιδα δύναμη στο διεθνές στερέωμα, χρησιμοποιεί την κατασκοπεία αποτελώντας πλέον τον νο1 πονοκέφαλο για τις ΗΠΑ, στο παιχνίδι της οικονομικής κατασκοπείας (Κωνσταντόπουλος 2010:627).

Επιπρόσθετα, οι ΗΠΑ έχουν πέσει θύμα οικονομικής κατασκοπείας και από συμμάχους της. Ένας από αυτούς ήταν η Ιαπωνία, που μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προσέβλεπε στην οικονομική της ανασυγκρότηση αλλά και την περαιτέρω τεχνολογική και οικονομική της ανάπτυξη. Μέσω της οικονομικής κατασκοπείας οι Ιάπωνες αποκτούσαν σύγχρονες τεχνολογίες τις οποίες ταυτόχρονα τις βελτίωναν κιόλας. Εκτός από την Ιαπωνία και η Γαλλία ως σύμμαχος των ΗΠΑ έπαιξε το παιχνίδι της κατασκοπείας τόσο σε μακροοικονομικό όσο και μικροοικονομικό επίπεδο, καθώς διέθετε εξαιρετικά οργανωμένες και αποτελεσματικές μυστικές υπηρεσίες. Όσον αφορά τις ΗΠΑ η επίσημη θέση των αμερικανικών κυβερνήσεων μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου ήταν ότι δεν πρόκειται να εμπλακούν σε παιχνίδι μικροοικονομικής κατασκοπείας, με τη δράση τους πάρα ταύτα να διαψεύδει αυτές τις εξαγγελίες (Κωνσταντόπουλος 2010:631).

Ας ξεκινήσουμε την ανάλυση των πεδίων της οικονομικής κατασκοπείας, με την μακροοικονομική κατασκοπεία. Καταρχάς, ο στόχος της είναι μακροοικονομικής κατασκοπείας είναι να συνδράμει περαιτέρω στην κυβέρνηση ενός κράτους ώστε εκείνη να μπορεί να διαχειριστεί με ασφαλέστερο και αποτελεσματικότερο τρόπο, τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική του οικονομική πολιτική. Σύμφωνα με τον J. C. Evans, η μακροοικονομική κατασκοπεία αφορά τη συλλογή και την ανάλυση οικονομικού περιεχομένου πληροφοριών, που αφορούν την οικονομική δυνατότητα του εκάστοτε κράτους,  ενώ συμπεριλαμβάνει την εκτίμηση για τις προθέσεις των εκάστοτε ξένων κρατών σε σχέση με τις οικονομικές στρατηγικές, την απήχηση και τις επιπτώσεις τους στα συμφέροντα του κράτους. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις, αναθέτουν στις υπηρεσίες πληροφοριών τους την συλλογή και την ανάλυση μακροοικονομικών πληροφοριών για κάποιους συγκεκριμένους λόγους. Από την άλλη κάποιοι άλλοι λόγοι τις ωθούν να μην παραχωρήσουν αυτή την αρμοδιότητα αυτή στις μυστικές τους υπηρεσίες (Κωνσταντόπουλος, 2010:414). Τα ορθολογικά κίνητρα που οδηγούν την κυβέρνηση ενός κράτους να αναθέσει τη διενέργεια μακροοικονομικής κατασκοπείας στις μυστικές της υπηρεσίες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Η πρώτη κατηγορία αφορά την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση των διεθνών, τεχνολογικών και οικονομικών εξελίξεων σε παγκόσμια κλίμακα. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τα ενδεχόμενα οικονομικά οφέλη, τον θετικό δηλαδή αντίκτυπο της μακροοικονομικής κατασκοπείας στο ζύγι των οφελών και του κόστους, ενώ η τρίτη κατηγορία αφορά τα κίνητρα που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληροφοριών, δηλαδή το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολαμβάνουν οι υπηρεσίες πληροφοριών σε σχέση με άλλες κρατικές υπηρεσίες. Αυτό συμβαίνει καθώς οι υπηρεσίες αυτές έχουν πρόσβαση σε μυστικές πηγές και μεθοδολογία κάτι που δεν μπορούν να έχουν οι υπόλοιπες υπηρεσίες του κράτους (Κωνσταντόπουλος, 2010:418). Εκτός από τα κίνητρα, υπάρχουν και τα αντικίνητρα που οδηγούν τις κυβερνήσεις να μην εμπλέκονται σε επιχειρήσεις μακροοικονομικής κατασκοπείας και μπορούμε να τα ομαδοποιήσουμε σε τρεις κατηγορίες. Πρώτον, σε πολιτικά-διπλωματικά αντικίνητρα, καθώς η μακροοικονομική κατασκοπεία δημιουργεί προβλήματα στην άσκηση της διπλωματίας από ένα κράτος καθώς δημιουργεί δυσκολίες στους εμπορικούς σχηματισμούς και αποξενώνει τους συμμάχους. Δεύτερον, αντικίνητρα σχετικά με τις υπηρεσίες πληροφοριών καθώς κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών δημιουργήθηκαν για να διαφυλάττουν την ασφάλεια των κρατών και όχι για να ερευνούν την παγκόσμια οικονομία. Και τρίτον πρακτικά αντικίνητρα που έχουν να κάνουν με προβλήματα ανάλυσης όμοια με εκείνων που υπάρχουν και στις αναλύσεις άλλων ειδών πληροφοριών (Κωνσταντόπουλος, 2010:430).

Από την άλλη πλευρά η μικροοικονομική κατασκοπεία έχει να κάνει με τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών οικονομικής φύσεως με σκοπό τη βοήθεια και υποστήριξη συγκεκριμένων επιχειρήσεων σε σχέση με τους ξένους ανταγωνιστές ενός κράτους (Κωνσταντόπουλος, 2010:440). Σύμφωνα με τον Woolsey η μικροοικονομική κατασκοπεία είναι η παρακολούθηση των ξένων επιχειρήσεων για το όφελος των επιχειρήσεων που βρίσκονται εντός της εκάστοτε επικράτειας. Όπως αναφέραμε και στο φαινόμενο της μακροοικονομικής κατασκοπείας έτσι και στη μικροοικονομική κατασκοπεία οι εκάστοτε κυβερνήσεις των κρατών αναθέτουν ή όχι στις υπηρεσίες πληροφοριών τους τη διενέργεια κατασκοπείας βασιζόμενες σε κάποια κίνητρα και αντικίνητρα. Τα κίνητρα άσκησης μικροοικονομικής κατασκοπείας χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: Πρώτον, τα οικονομικά κίνητρα τα οποία εξηγούν την πρόθεση μιας κυβέρνησης να παρέμβει στην οικονομία της χώρας για την διασφάλιση ενός συστήματος εθελοντικών συναλλαγών που θα επιτρέπει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να λειτουργούν αποτελεσματικά στην αγορά. Δεύτερον, τα κίνητρα σχετικά με τις υπηρεσίες πληροφοριών και τα οφέλη που αυτές θα κερδίσουν έχοντας πάντα και το συγκριτικό πλεονέκτημα εν συγκρίσει με τις υπόλοιπες κυβερνητικές υπηρεσίες (Κωνσταντόπουλος, 2010:527). Από την άλλη πλευρά, εκτός από κίνητρα για την άσκηση μικροοικονομικής κατασκοπείας, υπάρχουν και τα αντικίνητρα τα οποία μπορούν να χωριστούν σε έξι συναπτές κατηγορίες: τα πολιτικά-διπλωματικά αντικίνητρα, που αφορούν τα προβλήματα που μπορούν να δημιουργηθούν στην επίτευξη συμμαχιών αλλά και στην αντιμετώπιση πολύ πιο επικίνδυνων απειλών όπως πχ. η εδραίωση της διασποράς των πυρηνικών όπλων. Τα αντικίνητρα οικονομικής φύσεως, καθώς η άσκηση μικροοικονομικής κατασκοπείας μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα τόσο στην εγχώρια οικονομία, όσο και στις οικονομικές σχέσεις του κράτους σε διεθνή κλίμακα. Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση συναντάμε και αντικίνητρα νομικής φύσεως καθώς πολλές φορές παραβιάζεται το Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας που μπορεί να οδηγήσει σε μηνύσεις των πολιτών εναντίον της κυβέρνησης εκτός των άλλων νομικών ζητημάτων που εγείρονται. Επιπρόσθετα, όπως σε κάθε περίπτωση οικονομικής κατασκοπείας, εγείρονται αντικίνητρα σχετικά με τις υπηρεσίες πληροφοριών οι οποίες αντιδρούν με σφοδρότητα σε ενδεχόμενο πρόγραμμα μικροοικονομικής κατασκοπείας. Ένα ακόμη αντικίνητρο για την άσκηση μικροοικονομικής κατασκοπείας είναι η επιχειρηματική κοινότητα η οποία επουδενί δεν έχει στηρίξει ένα τέτοιο πρόγραμμα, έχοντας σημαντικότατες αμφιβολίες σχετικά με την χρησιμότητα αλλά και την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος. Τέλος, εγείρονται και πρακτικά αντικίνητρα όσον αφορά την άσκηση μικροοικονομικής κατασκοπείας ως προς τον τρόπο εκπλήρωσής του αλλά και τις επιπτώσεις του (Κωνσταντόπουλος, 2010).

Το τρίτο πεδίο ανάλυσης της οικονομικής κατασκοπείας μετά τη μακροοικονομική και τη μικροοικονομική κατασκοπεία είναι η οικονομική αντικατασκοπεία. Η οικονομική αντικατασκοπεία αποβλέπει στην προστασία ενός κράτους από τις υπηρεσίες πληροφοριών άλλων κρατών και αφορά τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών και την ανάλυση δραστηριοτήτων για το σκοπό αυτό (Κωνσταντόπουλος, 2010:563). Σύμφωνα με τον καθηγητή Roy Godson ο πρώτος στόχος μιας υπηρεσίας αντικατασκοπείας είναι η αναγνώριση και η εξουδετέρωση των πληροφοριών και των μυστικών υποδομών άλλων κρατών. Επιπλέον, επισημαίνει δυο λειτουργίες της αντικατασκοπείας. Την αμυντική, που αφορά τη συλλογή και κατ’ επέκταση την ανάλυση πληροφοριών που έχουν σχέση με τις μυστικές υποδομές των αντιπάλων, έχοντας σαν στόχο την προστασία βαρυσήμαντων υποδομών, ενώ περιλαμβάνει και την προστασία του κράτους από χειραγώγηση ή παραπλάνηση από αντίπαλες μυστικές υπηρεσίες. Η δεύτερη λειτουργία της αντικατασκοπείας η λεγόμενη επιθετική, αφορά στην εκμετάλλευση των αδυναμιών των αντιπάλων και της προαγωγής της πολιτικής και της στρατηγικής της εκάστοτε χώρας, με τη γνώση σημαντικών πληροφοριών για τα αντίπαλα κράτη. Στην οικονομική αντικατασκοπεία το κόστος είναι πάρα πολύ υψηλό, χωρίς να υπάρχει βέβαια σαφής εκτίμηση περί αυτού. Επιπλέον, η οικονομική κατασκοπεία εναντίον των ΗΠΑ είναι πολύ εκτεταμένη και έχει γίνει πολύ δυσκολότερη στην μεταψυχροπολεμική περίοδο. Φυσικά σε όλα αυτά οι ΗΠΑ αντιδρούν σε αυτές τις κινήσεις άλλων κρατών είτε νομικά, είτε μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών τους (Κωνσταντόπουλος, 2010:621). Επιπρόσθετα, μια αναδυόμενη μορφή οικονομικής αντικατασκοπείας στη σημερινή εποχή αποτελεί η αντικατασκοπεία μέσω του κυβερνοχώρου,  η ασφάλεια του οποίου αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη δυναμική. Οι κυβερνοεπιθέσεις είναι ολοένα και συχνότερο φαινόμενο και οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει να λάβουν μέτρα καθώς πλέον οι συμβατικές λύσεις δεν δίνουν μεγάλη ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Η ανάπτυξη της κυβερνοαντικατασκοπείας θα μπορούσε να είναι μια μορφή πρόληψης για το εκάστοτε κράτος.

Η έννοια της ασφάλειας είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα και ο Barry Buzan την περιέγραψε ως «μη ανεπτυγμένη έννοια» δίνοντας και κάποιες πιθανές εξηγήσεις περί αυτού. Ο ίδιος ορίζει την ασφάλεια ως εξής: «Στην περίπτωση της ασφάλειας η συζήτηση αφορά την επιδίωξη της ελευθερίας από την απειλή. Όταν αυτή η συζήτηση είναι μέσα στα πλαίσια του διεθνούς συστήματος, η ασφάλεια αφορά την ικανότητα των κρατών και των κοινωνιών να διατηρήσουν την ανεξάρτητη ταυτότητά τους και τη λειτουργική ακεραιότητα τους» (Κωνσταντόπουλος, 2010:123). Η έννοια της «εθνικής ασφάλειας» μεσουρανούσε μια πολύ μεγάλη περίοδο του διπολικού κόσμου στον Ψυχρό πόλεμο και οριζόταν με στρατιωτικούς όρους για να αντιμετωπιστούν οι εθνικές απειλές. Οι Frank Trager και Frank Simonie δίνουν τον ακόλουθο ορισμό για την πολιτική της εθνικής ασφάλειας: «[…] τη δημιουργία των ευνοϊκών εθνικών και διεθνών πολιτικών συνθηκών για την προστασία και την επέκταση των ζωτικών εθνικών αξιών έναντι υπαρχόντων και δυνητικών αντιπάλων» (Κωνσταντόπουλος, 2010:123). Τα κράτη έχουν ιεραρχήσει στην κορυφή της πυραμίδας των προτεραιοτήτων τους τα ζητήματα της ασφάλειας, καθώς η έννοια της ασφάλειας διαχωρίζει το «εμείς-αυτοί» και επιπλέον έχει προσλάβει ένα αίσθημα απειλής ζωτικών αξιών. Στις μέρες μας η ασφάλεια είναι  μια πολυδιάστατη έννοια και ο Barry Buzan τη διακρίνει σε στρατιωτική, οικονομική, πολιτική, περιβαλλοντική και κοινωνική (Κωνσταντόπουλος, 2010:123). Είναι γεγονός ότι το τοπίο γύρω από τον ορισμό παραμένει θολό και γκρίζο και αφήνει στην διακριτική ευχέρεια του καθενός να προβάλει στην έννοια της εθνικής ασφάλειας ότι ο ίδιος θεωρεί πως περιλαμβάνει. Η εθνική ασφάλεια στις μέρες μας έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά: είναι περίπλοκη, διευρυμένη και συνεργατική. Περίπλοκη καθώς ο διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας είναι πλέον ανέφικτος καθώς υπάρχει αλληλεπίδραση των δυο επιπέδων σε καθημερινή βάση. Διευρυμένη καθώς εκτός από τις κλασικές απειλές των στρατιωτικών επιθέσεων και της κατασκοπείας, υπάρχουν πλέον και νέες μορφές κινδύνων και απειλών όπως η παραπληροφόρηση και οι ψευδείς ειδήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση μια χώρα ως μορφή υβριδικής επίθεσης. Και τέλος συνεργατική καθώς χρειάζονται κρατικές συνεργασίες για την αντιμετώπιση των νέων απειλών.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, είναι ιδιαιτέρως κατανοητό ότι η οικονομική κατασκοπεία επηρεάζει πολύ την εθνική ασφάλεια κάθε κράτους. Για την ακρίβεια, είναι δυο έννοιες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Η οικονομική κατασκοπεία απειλεί την εθνική ασφάλεια ενός κράτους, καθώς επηρεάζει την οικονομία του, την ανταγωνιστικότητα του και κατ’ επέκταση την ευημερία του. Ο αντίκτυπος της οικονομικής κατασκοπείας είναι πολύ μεγάλος στα ενδότερα του εκάστοτε κράτους. Μέσω της οικονομικής κατασκοπείας ένα κράτος μπορεί να δεχτεί επίθεση από ένα άλλο για απόκτηση απόρρητων πληροφοριών που θα μπορούσαν δυνητικά να επηρεάσουν την οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια, ακόμα και την τεχνολογική υπεροχή ενός κράτους ένα πολύ σημαντικό γεγονός αν αναλογιστούμε ότι βρισκόμαστε στη μετά-τεχνολογική εποχή. ‘Ενα κράτος θα μπορούσε να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απειλώντας την εθνική ασφάλεια ενός άλλου κράτους με την απόκτηση σημαντικών πληροφοριών μέσω της οικονομικής κατασκοπείας, συλλέγοντας σημαντικές πληροφορίες και για τα οικονομικά δεδομένα του και τα στρατιωτικά, και για τις υποδομές του, απειλώντας έτσι την εθνική ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία του.

Συμπερασματικά, είναι δεδομένο ότι η οικονομική κατασκοπεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εθνική ασφάλεια κάθε κράτους την οποία απειλεί συθέμελα. Σε έναν κόσμο που αναπτύσσεται ραγδαία τόσο η τεχνολογία όσο και η οικονομία είναι σχεδόν ζωτικό για ένα κράτος να ασκεί οικονομική κατασκοπεία είτε μακροοικονομικά, είτε μικροοικονομικά, είτε με τη μορφή της αντικατασκοπείας, ώστε να μη μείνει πίσω στις οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν να κάνουν με την ισχύ του εκάστοτε κράτους. Η οικονομική κατασκοπεία αποτελεί μια κρατική συμπεριφορά που συναντάται από αρχαιοτάτων χρόνων και μάλιστα όπως είδαμε πιο πάνω μπορεί να ασκηθεί εκτός των αντιπάλων και εναντίον συμμάχων κυρίως σε μακροοικονομικό επίπεδο, με τις περιπτώσεις της Ιαπωνίας και της Γαλλίας εναντίον των ΗΠΑ να δεσπόζουν. Μέσω της οικονομικής κατασκοπείας επηρεάζεται η εθνική ασφάλεια ενός κυρίαρχου κράτους καθώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την απόκτηση απόρρητων πληροφοριών και τεχνολογίας που μπορεί να επηρεάσουν μέχρι και την εθνική κυριαρχία του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Κωνσταντόπουλος Ι. (2010). Οικονομία και Κατασκοπεία: Θεωρία και Πράξη. Εκδόσεις Ποιότητα. Αθήνα.

Pythian M. & Gill P. (2018). Intelligence in an Insecure World. Cambridge, UK & Medford, USA: Polity Press, 3rd edition.

 

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Fraumann E. (1997). Economic espionage: Security missions redefined. Public administration Review.

Διαθέσιμο σε https://www.jstor.org/stable/977311

Duvenage P. & Solms S. (2013). The case for cyber counterintelligence. International Conferrence on Adaptive Science & Technology.

Διαθέσιμο σε https://ieeexplore.ieee.org/abstract/document/6707493

Burnstein A. (2009). Trade Secrecy as an instrument of national security? Rethinking the foundations of Economim Espionage. St. LJ.

Διαθέσιμο σε https://heinonline.org/HOL/LandingPage?handle=hein.journals/arzjl41&div=38&id=&page=

Budahl R. (2021). Financial Counterintelligence. American Intelligence Journal.

Διαθέσιμο σε https://www.jstor.org/stable/27168704

Καρατράντος Τ. (2022). Πώς ορίζεται σήμερα η εθνική ασφάλεια;. Η Καθημερινή.

Διαθέσιμο σε https://www.kathimerini.gr/politics/562156444/pos-orizetai-simera-i-ethniki-asfaleia/

 

KEDISA--ανάλυση

 

 

Related Posts